stavrakisofia@gmail.com
22310 67757

Single Blog Title

This is a single blog caption

Υπ’ αριθμόν 580/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου (Συμμετοχή στα αποκτήματα)

Αριθμός 580/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρίτο που ανακάλεσε την από 8/4/2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαρρή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/9/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 1/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμό 101/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθμό 101/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε εν μέρει την υπ’ αριθμό 137/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς το 1/3 των αποκτημάτων από το γάμο και ως προς το αντίτιμο της αποζημίωσης (3.360,00 €) από την παράνομη παρακράτηση 24 χρυσών λιρών, στη συνέχεια δε, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της υπ’ αρ. κατ. 425/2007 αγωγής αναφορικά με τα ως άνω κεφάλαια, υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το εκεί αναφερόμενο χρηματικό ποσό [22.964 €] με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής επιβάλλοντας παράλληλα εις βάρος του εναγομένου – αναιρεσείοντος μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας – αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ] Το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων, που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται, ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γένεσης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος που η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εις χρήμα αποτιμητών εννόμων σχέσεων μετά από αφαίρεση των χρεών. Η συμμετοχή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ. Υπό την προϋπόθεση, ότι επήλθε επαύξηση της περιουσίας του συζύγου, γεννάται η αξίωση του άλλου συζύγου για την συμμετοχή του σε αυτή. Ενόψει δε της δυσχέρειας απόδειξης της ύπαρξης και της έκτασης της παραπάνω συμβολής η διάταξη του άρθρου 1400 § 1 εδ. β` ΑΚ θεσπίζει τεκμήριο μαχητό υπέρ του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα συζύγου περί της ύπαρξης και του μεγέθους της συμβολής, σύμφωνα με το οποίο αυτή ανέρχεται στο 1/3 της επαύξησης της περιουσίας. Εφόσον ο ενάγων σύζυγος στηρίζει την αξίωσή του προς συμμετοχή στα αποκτήματα στην τεκμαρτή και όχι στην πραγματική συμμετοχή του σε αυτά, αρκεί μόνο να επικαλεσθεί και αποδείξει την γενόμενη προσαύξηση στην περιουσία του άλλου συζύγου μεταξύ των προαναφερθέντων ως άνω χρονικών σημείων. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ή ότι αυτή είναι μικρότερη της τεκμαρτής συμβολής του 1/3, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, όπως διαγράφεται στη διάταξη, είναι μία, ενιαία, ενώ η απαίτηση υπολογίζεται με δύο τρόπους (τεκμαρτός και πραγματικός υπολογισμός). Ο χαρακτήρας αυτός της αξίωσης προσδιορίζει το αντικείμενο της δίκης, το οποίο είναι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ανεξάρτητα με ποιο τρόπο ζητείται, δηλαδή με τον τεκμαρτό ή τον πραγματικό υπολογισμό. Αν η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου είναι ανώτερη από το 1/3 μπορεί αυτός να επιδιώξει τον πραγματικό υπολογισμό. Η συμβολή έχει την έννοια εκείνης της συμβολής, που είναι μεγαλύτερη από αυτή, την οποία κατά την ΑΚ 1389 θα πρέπει να συνεισφέρει για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Αν η αγωγή στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό και αποδεικνύονται όλα τα θεμελιωτικά της αγωγής στοιχεία, εκτός από το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής, που επικαλείται ο δικαιούχος, το δικαστήριο υποχρεούται αυτεπάγγελτα να προκρίνει τον τεκμαρτό υπολογισμό και να καταδικάσει στην τεκμαιρόμενη επαύξηση, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, δεν πρόκειται για άλλη βάση της αγωγής [ΑΠ 781 και 1478/2013]. Περαιτέρω, είναι επιτρεπτή, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ΚΠολΔ 218 παρ. 1, η αντικειμενική σώρευση με την αγωγή της ΑΚ 1400 και οποιασδήποτε άλλης αγωγής. Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει, όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία». Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον ’ρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 1518/2013, 1987/2007]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 28-7-1990. Με την υπ’ αριθμό 308/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 22-2-2006, λύθηκε ο γάμος τους. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου η ενάγουσα εστερείτο ακίνητης περιουσίας, ενώ ο εναγόμενος ήταν κύριος ενός οικοπέδου με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο μείζον οικόπεδο 2016/4032 (αυτοτελής ιδιοκτησία) με κτηματολογικά στοιχεία τόμος … Αγίας Βαρβάρας, φύλλο 35, μερίδα 912 και φάκελος 564 του Κτηματολογίου Ρόδου, το οποίο είχε αποκτήσει (μαζί με την υπ’ αριθμό 466/1986 άδεια ανοικοδόμησης) δυνάμει του υπ’ αριθμό …/1-7-1987 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Καλαϊτζάκη νομίμως μεταγραφέντος, αξίας, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ήτοι της τελέσεως του γάμου των διαδίκων, 9.000.000 δραχμών. Αμέσως μετά το γάμο άρχισαν οι εργασίες ανοικοδόμησης κατοικίας επί του ανωτέρω οικοπέδου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν περί το έτος 1999. Ο εναγόμενος εργαζόταν στη «Φωνή της Αμερικής» με ειδικότητα ηλεκτρονικού τεχνικού από το έτος 1971 μέχρι το έτος 1998, οπότε απελύθη. Η ενάγουσα από του έτους 1989 εργαζόταν στον ΟΤΕ, όπου εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να εργάζεται. Οι ετήσιες αποδοχές του εναγομένου, όπως αυτές προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον τελευταίο φορολογικές δηλώσεις ανήρχοντο για το έτος 1990 σε 3.255.172 δρχ., για το έτος 1991 σε 3.820.569 δρχ., για το έτος 1992 σε 4.630.989 δρχ., για το έτος 1993 σε 5.062.935 δρχ., για το έτος 1994 σε 6.668.938 δρχ., για το έτος 1995 σε 6.818.126 δρχ., για το έτος 1996 σε 6.808.194 δρχ., για το έτος 1997 σε 9.064.926 δρχ. και για το έτος 1998 σε 8.639.330 δρχ. Επιπλέον κατά το έτος 1998, οπότε έκλεισε η «Φωνή της Αμερικής» και αναγκαστικά απελύθη έλαβε συνολική αποζημίωση ποσού 22.760.355 δρχ., εκ των οποίων 21.953.355 δρχ. για εφάπαξ αποζημίωση και 807.000 δρχ. ως αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 200 ωρών (βλ. από 18-8-1988 έγγραφο της «Φωνής της Αμερικής», που προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση), τα δε αντίστοιχα εισοδήματα της ενάγουσας ανήλθαν στα ποσά των 1.053.701 δραχμών, 1.245.372 δραχμών, 1.489.958 δραχμών, 1.645.167 δραχμών, 2.596.770 δραχμών, 3.248.342 δραχμών, 3.614.313 δραχμών, 3.029.595 δραχμών και 3.385.113 δραχμών, για το έτος 1999 στο ποσό των 4.585.293 δραχμών και για το έτος 2000 στο ποσό των 4.904.368 δραχμών, ήτοι οι μηνιαίες αποδοχές του εναγομένου και μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου επ’ αυτών ήταν υπερδιπλάσιες έως και τριπλάσιες περίπου αυτών της ενάγουσας, ενώ κατά το έτος 1998 οι αποδοχές του ξεπέρασαν τα 30.000.000 δραχμές. Το συνολικό κόστος της οικοδομής ανήλθε στο ποσό των 65.000.000 δραχμών, αποτελείται δε αυτή από ισόγειο επιφανείας 160 τ.μ. και υπόγειο 123 τ.μ. εκ των οποίων τα 52 τ.μ. βρίσκονται σε υπερυψωμένο χώρο, που περιλαμβάνει τρία υπνοδωμάτια και λουτρό και επικοινωνεί με το ισόγειο με εσωτερική σκάλα, ενώ ο υπόλοιπος χώρος των 71 τ.μ. χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος. Να σημειωθεί, ότι η υπ’ αριθμό 466/1986 οικοδομική άδεια, βάσει της οποίας η καλυπτόμενη επιφάνεια της οικοδομής ανέρχεται σε 200,40 τ.μ. αναθεωρήθηκε ως προς τις προσθήκες του υπογείου χώρου, γι’ αυτό και ανήλθε στις ανωτέρω αναφερθείσες τιμές. Προκειμένου να βοηθηθεί ο εναγόμενος στην ανέγερση της ένδικης κατοικίας έλαβε τρία δάνεια, το πρώτο και το δεύτερο από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα ύψους 3.000.000 δρχ. το καθένα και το τρίτο από την Εθνική Τράπεζα ποσού 5.000.000.δρχ. δηλ. συνολικά ύψους 11.000.000 (βλ. υπ’ αριθμό …/9-6-1989, …/9-6-1989 και …/13-5-1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Αγάπης Καλομοίρη – Χατζηδιάκου), τα οποία εξοφλούσε κυρίως με τα χρήματα, που ελάμβανε από την εργασία του αλλά και από τη χρηματική βοήθεια που προσέφεραν σε αυτόν οι γονείς του, εκ των οποίων ο πατέρας του ήταν συνταξιούχος διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας και η μητέρα του συνταξιούχος του Δημοσίου (εκπαιδευτικός) και οι οποίοι ανέλαβαν την εξόφληση του εκ δραχμών 5.000.000 ληφθέντος από τον εναγόμενο δανείου. Προς τούτο ήταν συνδικαιούχος με τους γονείς του και την αδελφή του στον υπ’ αριθμό … λογαριασμό της Κτηματικής Τράπεζας, ο οποίος στη συνέχεια μετατράπηκε σε 72035655132 της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και από τους οποίους έγιναν αναλήψεις κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά και στις αντίστοιχες ημερομηνίες, και συγκεκριμένα στις 11-12-1998 ποσό 4.638.295 δραχμών, στις 16-3-1999 ποσό 556.000 δραχμών, στις 7-6-1999 ποσό 600.000 δραχμών, στις 7-9-1999 ποσό 500.000 δραχμών, στις 22-3-2000 ποσό 516.000 δραχμών, στις 19-9-2000 ποσό 714.000 δραχμών, στις 20-12-2000 ποσό 722.867 δραχμών, στις 29-3-2001 ποσό 300.000 δραχμών και στις 23-4-2001 ποσό 1.100.000 δραχμών και συνολικά ύψους 11.184.811 δραχμών, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να προκύψει με βεβαιότητα από ποιόν έγιναν οι αναλήψεις, δεδομένου ότι υπήρχαν και άλλοι συνδικαιούχοι, ούτε και για ποιο σκοπό, δηλαδή που δαπανήθηκαν. Γεγονός είναι όμως ότι ο εναγόμενος είχε οικονομική στήριξη και βοήθεια από τους γονείς του, η οποία ανήλθε συνολικά (μαζί με την εξόφληση του δανείου) στο ποσό των 8.500.000 δρχ. περίπου, όπως και η ενάγουσα συνομολογεί. Εξάλλου, ο εναγόμενος κέρδισε από το Χρηματιστήριο το συνολικό ποσό των 14.578.807 δρχ., όπως προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις των οικονομικών ετών 2000 (8.578.807 δρχ.) και 2001 (6.000.000 δρχ.), χωρίς να προκύπτει με ασφάλεια το ακριβές ποσό, που απώλεσε εκ της γνωστής κρίσης του Χρηματιστηρίου, το οποίο άλλωστε ούτε η ενάγουσα προσδιορίζει, η οποία ισχυρίζεται αορίστως ότι κέρδισε στην αρχή κάποια χρήματα αλλά δεν είναι όσα ο ίδιος ισχυρίζεται και στη συνέχεια εγκλωβίστηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά τον χρόνο που κατέστη αμετάκλητη η περί λύσεως του γάμου των διαδίκων απόφαση και ο οποίος σχεδόν συμπίπτει με τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής η αξία της ανωτέρω κατοικίας μετά του περιβάλλοντος αυτής οικοπέδου ανήρχετο στο ποσό των 270.000 ευρώ, ποσό στο οποίο συγκλίνουν οι διάδικοι, ήτοι κατά το ποσό αυτό αυξήθηκε κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους η περιουσία του εναγομένου. Την δαπάνη ανοικοδόμησης της ως άνω κατοικίας κατέβαλε ο εναγόμενος κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής. Να σημειωθεί ότι κατά το έτος 1998, όταν η οικοδομή είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, όπως συνομολογεί η ενάγουσα με την προσθήκη – αντίκρουση των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεων της, ο εναγόμενος είχε συνολικές αποδοχές 30.639.330 δρχ. (8.639.330 μισθοί + 22.000.000 αποζημίωση + εφάπαξ), η ενάγουσα δε εβαρύνετο με δόση 100.000 δρχ. μηνιαίως από του έτους 1999 για την αποπληρωμή αγορασθέντος από αυτή αυτοκινήτου. Ωστόσο και η ενάγουσα συνεισέφερε σε αυτή κατά τα εξής ποσά: κατόπιν συμφωνίας της με τον εναγόμενο ανέλαβε και πράγματι εξόφλησε το ένα δάνειο των τριών εκατομμυρίων δραχμών, που είχε λάβει ο εναγόμενος στο όνομα του από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, καταβάλλοντας για την εξόφληση των εξαμηνιαίων δόσεων (600.000 δρχ. ετησίως) 50.000 δρχ. μηνιαίως επί πέντε έτη, χωρίς εκ των πραγμάτων να έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει επί μονίμου βάσεως στην αντιμετώπιση των δαπανών της οικοδομής. Επίσης, όταν ο πατέρας της κατά το έτος 1994 έλαβε το εφάπαξ, της προσέφερε το ποσό των 2.000.000 δραχμών για οικονομική της ενίσχυση, το οποίο δαπάνησε για να καλύψει διάφορες ανάγκες της οικοδομής, χωρίς να προκύπτει, που δαπανήθηκε συγκεκριμένα, ενώ η ίδια δαπάνησε επίσης για τη δενδροφύτευση του περιβάλλοντος την οικία χώρου 1.000.000 δραχμές καθώς και 680.000 δραχμές για τα μπετά που χρειάστηκαν οι βεράντες και η γύρω περίφραξη δηλ. συνολικά συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ποσό των 680.000 δραχμών, που ανέρχονται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 19.604 ευρώ, ποσό κατά το οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη, δεδομένου ότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε και απέδειξε, ότι δεν ανήλθε η συμβολή της στο τεκμαρτό ποσοστό του 1/3 επί της κτηθείσας κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσίας, αλλά στο ανωτέρω ποσό. Επίσης, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το αντίτιμο των είκοσι τεσσάρων χρυσών λιρών, που έχει παρανόμως παρακρατήσει μετά την μετοίκησή της από τη συζυγική κατοικία, ανερχόμενο στο ποσό των 3.360 ευρώ.». Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο κατέληξε, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση [Πολ.Πρωτ.Ρόδ.137/2010], να κρατηθεί η υπόθεση και στη συνέχεια να δικασθεί η αγωγή και να υπολογισθεί η επαύξηση με τον τεκμαρτό υπολογισμό, να γίνει αυτή δεκτή κατά ένα μέρος από την ΑΚ 1400 κατά το υπολειπόμενο του τεκμηρίου χρηματικό ποσό των 19.604 € και μετά την άθροιση σ’ αυτό του ποσού των 3.360 €, που αφορά την αντικειμενικώς σωρευθείσα κατά το 218 παρ. 1 ΚΠολΔ και ερειδόμενη στην ΑΚ 914 αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει το ποσό των [19.604 + 3.360=] 22.964 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 19, 9 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις, που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασής του, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και παρέχουν την ευχέρεια για τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επιπλέον δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη πράγματα που δεν ζήτησε και δεν πρότεινε η ίδια με το εφετήριό της, για το ορισμένο του οποίου όμως αρκούν τα παράπονά της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή της ως αόριστη στο σύνολό της, τουτέστιν ως προς όλα τα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, από τον αναιρεσείοντα αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι ακόλουθες αιτιάσεις: 1] Ότι δεχόμενη αυτή, ότι η αοριστία της αγωγής περιορίζεται στον πραγματικό υπολογισμό των αποκτημάτων και συγκεκριμένα στο 50% της επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος, όχι όμως στον τεκμαρτό υπολογισμό, δηλαδή την τεκμαρτή συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά το 1/3 αυτής, κατέστη αναιρετέα λόγω πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως περιέχουσα αντιφατικές διατάξεις και στερούμενη εξ αυτού νόμιμης βάσης. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, που επιχειρείται να στηριχθεί στους αριθμούς 1 και 19 του ως άνω άρθρου είναι αβάσιμος, καθόσον από τον πρώτο από αυτούς (αρ. 1) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς και από τον δεύτερο (αρ. 19) τα λάθη του δικαστηρίου, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε, κάτι για το οποίο δεν πρόκειται στην προκείμενη περίπτωση. Πάντως, αν ήθελε εκτιμηθεί, ότι η πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ιδρύεται από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα θεμελιωτικά στοιχεία της αγωγής στον τεκμαρτό υπολογισμό δεν ταυτίζονται με εκείνα του πραγματικού υπολογισμού, στον οποίο, εκτός εκείνων της τέλεσης εγκύρου γάμου, της αμετάκλητης λύσης αυτού, της απόκτησης περιουσίας από την τέλεση του γάμου έως τη διάσπαση της συμβίωσης, της αξίας της περιουσίας, της επαύξησης αυτής και της διατήρησης της περιουσίας στο χρόνο άσκησης της αγωγής, πρέπει να εκτίθενται η συμβολή του ενάγοντος, το είδος της συμβολής, η αξία αυτής και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας, η αξία καθενός περιουσιακού στοιχείου και το δικαιούμενο χρηματικό ποσό. Έτσι είναι δυνατόν να είναι αόριστη η στηριζόμενη στη βάση της ΑΚ 1400, με υπολογισμό της περιουσιακής επαύξησης με τον τρόπο του πραγματικού υπολογισμού, αγωγή, ενώ να είναι ορισμένη η, με τον τεκμαρτό υπολογισμό της επαύξησης, αγωγή, λόγω των περισσότερων θεμελιωτικών στοιχείων, που απαιτεί ο πρώτος τρόπος υπολογισμού, επιπλέον δε, στον τεκμαρτό υπολογισμό ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η συμβολή του ενάγοντος είναι μικρότερη του 1/3, στον οποίο πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, αποτελεί ένσταση. 2] Ότι απορρίπτοντας η προσβαλλόμενη απόφαση την αγωγή ως αόριστη επί τη βάσει του πραγματικού υπολογισμού της περιουσιακής επαύξησης, που καθόρισε το ποσοστό της συμβολής της αναιρεσίβλητης στο 50% και δεχόμενη αυτήν ως ορισμένη επί τη βάσει του τεκμαρτού υπολογισμού, που προσδιόρισε το ποσοστό της συμβολής και συμμετοχής της τελευταίας στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που είναι όμως μέρος της πρώτης, στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη νόμιμης βάσης περιλαμβάνοντας αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν προβάλλονται πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες να παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ η αποδιδόμενη παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου δεν αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης και δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας ή της ελλιπούς αιτιολογίας, να θεμελιωθεί ο αναιρετικός έλεγχος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 3] Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη σωρευτικώς τις διατάξεις των αρ. 1 και 19 του άρ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε τη συμβολή της αναιρεσίβλητης σε μέρος του τεκμαρτού ποσοστού του 1/3 και κατά ποσό σε 22.964 €, χωρίς να αναγράψει το είδος και την αξία της συμβολής της, καθώς και τι αφαιρείται από τη συμβολή αυτή για τις ανάγκες των βαρών του γάμου από την πλευρά της, επιπροσθέτως δε, περιλαμβάνονται στην αύξηση της περιουσίας 24 λίρες Αγγλίας, συνολικής αξίας 3.360 €, χωρίς να αιτιολογείται πώς το ποσό αυτό επέφερε την επαύξηση της περιουσίας. Ο λόγος αυτός ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, αφού μόνον από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναίρεσης, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον υπήρξαν ουσιαστικές παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τη συμβολή της αναιρεσίβλητης και έτι περαιτέρω, όπως προειπώθηκε, στον τεκμαρτό υπολογισμό ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η συμβολή της ενάγουσας ήταν μικρότερη του 1/3 αποτελεί ένσταση, στην οποία πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, το δε βάρος επίκλησης και απόδειξης των πραγματικών αυτών περιστατικών, καθώς και αναφοράς αυτών στον αναιρετικό λόγο, που δεν γίνεται εν προκειμένω, το έχει ο εναγόμενος – αναιρεσείων. Η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι χωρίς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ανυπαρξίας συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του, είναι αόριστη, αφού γίνεται χωρίς σαφή και πλήρη αναφορά των περιστατικών, που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα προς θεμελίωση της ένστασής του, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός είναι νόμιμος και, επομένως, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος, τα αφορώντα τις χρυσές λίρες Αγγλίας πραγματικά περιστατικά συνδέονται με το σκέλος της αγωγής, που στηρίζεται στην αδικοπραξία, η οποία αντικειμενικά σωρεύεται με το σκέλος αυτής από την ΑΚ 1400, αναφορικά δε με αυτές έχουν προηγηθεί στην προσβαλλομένη πλήρεις και σαφείς ουσιαστικές παραδοχές, με συνέπεια ο λόγος αυτός κατά το ως άνω μέρος να είναι αβάσιμος, αφού εδράζεται ομοίως επί ανακριβούς προϋποθέσεως. 4] Ότι η αποδοχή της εκκαλουμένης, κατά την οποία, η αγωγή για το ποσοστό της περιουσιακής αύξησης του 50% είναι αόριστη και για το ποσοστό του 1/3 ορισμένη, καθιστά αναιρετέα την τελευταία για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρ. 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι, ανεξάρτητα από την αοριστία του, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. 5] Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ζητήθηκε με την αγωγή, έστω και επικουρικώς, η τεκμαιρόμενη συμβολή της ενάγουσας κατά το 1/3 της περιουσιακής αύξησης, δέχθηκε, ότι η τελευταία συμπεριλαμβάνεται στο αιτηθέν 50% αυτής και έτσι προσέθεσε ανύπαρκτο αίτημα και επιδίκασε το σχετικό με αυτό χρηματικό ποσό και παραβίασε τις διατάξεις από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι επίσης απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα από την ΑΚ 1400 είναι μία, ενιαία, και δεν πρόκειται για διαφορετικές βάσεις, αλλά για δύο τρόπους υπολογισμού, δηλαδή, τον τεκμαρτό και τον πραγματικό και αν η αγωγή στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό και αποδεικνύονται όλα τα θεμελιωτικά της αγωγής στοιχεία, εκτός από το υψηλότερο ποσοστό συμβολής, που επικαλείται ο δικαιούχος, το δικαστήριο υποχρεούται και αυτεπάγγελτα να προκρίνει τον τεκμαρτό υπολογισμό. 6] Ότι τα δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση για υπαρκτό δήθεν αίτημα συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που αποτελεί επινόηση της τελευταίας, ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρ. 559 ΚΠολΔ. Όμως η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού παρέβλεψε την ύπαρξη ενιαίας αγωγής και υπέλαβε λανθασμένα την ύπαρξη περισσοτέρων βάσεων. 7] Ότι η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη της ανύπαρκτο λόγο έφεσης και με την παραδοχή αυτή ιδρύθηκε ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του άρ. 559 ΚΠολΔ. Ομοίως ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού το δικαστήριο, μετά την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης με τον πραγματικό τρόπο υπολογισμού της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα, υποχρεούνταν αυτεπάγγελτα να προκρίνει τον τεκμαρτό υπολογισμό και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στην τεκμαιρόμενη επαύξηση. Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος κατά το οποίο, υπό την επίκληση παραβίασης αυτών των νομικών κανόνων, πλήττουν στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες και ως εκ τούτου απορριπτέες. Κατ’ ακολουθίαν, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση του αναιρεσείοντος Δ. Ζ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 101/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700,00] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Leave a Reply