stavrakisofia@gmail.com
22310 67757

Single Blog Title

This is a single blog caption

Λογοδοσία (άρθρο 303 του ΑΚ)

    Ανέκαθεν και ειδικότερα σήμερα, λόγω της οικονομικής κρίσης, παρουσιάζεται το φαινόμενο οι σχέσεις μεταξύ των εταίρων σε αστικές εταιρίες, ήτοι σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη,  να μη λειτουργούν πάντα αρμονικά για διάφορους λόγους και να δημιουργούνται μεταξύ τους σοβαρές οικονομικές διαφορές. Εκτός των άλλων που προβλέπονται στο νόμο, δηλαδή του αποκλεισμού ενός εταίρου ή της λύσης της εταιρίας, ένα χρήσιμο εργαλείο είναι η αγωγή λογοδοσίας. Με την αγωγή λογοδοσίας ουσιαστικά και με απλά λόγια ο εταίρος που θεωρεί ότι δεν ενημερώνεται επαρκώς για τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας ή θεωρεί ότι του αποκρύπτεται η αλήθεια, έχει το δικαίωμα έγερσης της συγκεκριμένης αγωγής κατά του άλλου εταίρου αιτούμενος από το Δικαστήριο να διατάξει την λογοδοσία όχι μόνο ως προς τον εαυτό του, αλλά και ως προς τους υπολοίπους εταίρους μη διαχειριστές της εταιρίας (αν συμμετέχουν περισσότερα από δύο πρόσωπα). Ενδεικτικά παρατίθενται αποσπάσματα αποφάσεων του Αρείου Πάγου:

Αριθμός 360/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου

«…..Eξετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει, προς τούτο δε οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 ΚΠολΔ και 303 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (π.χ εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση, ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε. Υποχρέωση δηλ. για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε σύννομη σχέση (ενοχικού ή εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος). Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ο τελευταίος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ. Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξιλόγου με βάση οποιασδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση και ότι η διαχείριση αυτή, συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες ( ΑΠ 977/1997, ΑΠ 978/1997, ΑΠ 526/1992). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005, ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1523/2011). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 303 του ΑΚ συνάγεται ότι ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται και επί της αξίωσης λογοδοσίας προς τον εκχωρητή από τον οφειλέτη της εκχωρηθείσας απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική (ΑΠ 1122/2006), εφόσον με την εκχώρηση της τελευταίας το δικαίωμα αυτό της λογοδοσίας αποκτά ο εκδοχέας, ο οποίος καθίσταται άμεσος (συμβατικός) δανειστής, έναντι του υπόχρεου σε λογοδοσία οφειλέτη. Και ναι μεν η αξίωση λογοδοσίας είναι παρεπόμενη σε σχέση με την αξίωση από την κύρια έννομη σχέση στην εξυπηρέτηση της οποίας αποβλέπει, ο δικαιούχος όμως έχει την ευχέρεια να προτιμήσει να ασκήσει πρώτα είτε την κύρια από τη σύμβαση αξίωση, είτε την παρεπόμενη αξίωση περί παροχής λογοδοσίας (ΑΠ 1625/1995)…»

Αριθμός 437/2012 απόφασης Αρείου Πάγου

«….Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Από τα άρθρα 303 ΑΚ και 473 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος διαχειρίζεται ολικώς ή μερικώς ξένη περιουσία ή υπόθεση, η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να δώσει λόγο της διαχειρίσεώς του προς εκείνον,του οποίου την περιουσία ή την υπόθεση διαχειρίζεται. Για το σκοπό αυτό ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, καθώς και το υπόλοιπο που προκύπτει από την ως άνω αντιπαράθεση και να επισυνάψει στο λογαριασμό τα σχετικά δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται. Στον ΑΚ, υπάρχουν ειδικές διατάξεις που επιβάλλουν την υποχρέωση λογοδοσίας, συνδέοντάς την με ορισμένη ιδιότητα του υπόχρεου προσώπου και ορισμένο έργο που αυτό άσκησε, όπως στο άρθρο 718 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι ο εντολοδόχος υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα περί της ανατεθείσας υποθέσεως μετά δε το πέρας της εντολής οφείλει λογοδοσία και τη διάταξη του άρθρου 754 παρ. 1 ΑΚ που ισχύει και επί εταιρειών που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, με την οποία ορίζεται ότι ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διαχειριστού εταίρου, εφαρμόζονται αναλόγως οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 714 έως 723 του ιδίου κώδικα. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι και ο εταίρος διαχειριστής ομορρύθμου εμπορικής εταιρείας, όταν λήξει η διαχείριση ή και πριν τη λήξη της, αν αυτό ορίζεται οπό την εταιρική σύμβαση ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 762 ΑΚ, υποχρεούται σε λογοδοσία προς τους λοιπούς μη διαχειριστές εταίρους. Αν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσίλογου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 – 477 του ΚΠολΔ (ΑΠ 977/1997, ΑΠ 1625/1995). Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία σύμφωνα με τους άνω όρους και τύπο ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 977/1997). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έθεσε υπόψη του ενάγοντος τους σχετικούς λογαριασμούς τους οποίους ενέκρινε ο τελευταίος πριν από την άσκηση της αγωγής λογοδοσίας αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής. Η ένσταση αυτή για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχει τα απαιτούμενα για την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης στοιχεία, δηλαδή ότι ο ενάγων δεξίλογος ενέκρινε τον λογαριασμό που του ανακοίνωσε ο εναγόμενος και αναγνώρισε έτσι το αποτέλεσμα τούτου. Αναφορά των κονδυλίων του λογαριασμού που εγκρίθηκε δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω ένσταση στηρίζεται, όπως εκτέθηκε, στη συμφωνία των μερών ότι θα ισχύει εφεξής μόνο το αποτέλεσμα του λογαριασμού και συνακόλουθα ότι δεν θα επανέλθουν οι συμβαλλόμενοι στα επί μέρους κονδύλια τούτου….»

Αριθμός 1625/1995 απόφασης Αρείου Πάγου

 «….Επειδή, κατά το άρθρο 303 εδάφ. α’ ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται  εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Κατά δε το άρθρο 754 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ως προς τα δικαιώματα και τις  υποχρεώσεις του διαχειριστή εταίρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 714 έως 723 για την εντολή. Τέλος, κατά το άρθρο 758 ΑΚ, οι εισφορές των εταίρων, καθώς και καθετί που αποκτάται για την εταιρία από τη διαχείρισή της, ανήκουν σε όλους τους εταίρους κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός. Καθετί που ο διαχειριστής εταίρος απέκτησε στο όνομά του, αντιπροσωπεύοντας την εταιρία, έχει υποχρέωση να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η υποχρέωση του διαχειριστή εταίρου να καταστήσει κοινά όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας καθενός, τα αποκτηθέντα για την εταιρία ή στο όνομά του, υπό την ιδιότητά του αντιπροσωπεύοντας την εταιρία, είναι ανεξάρτητη από την υποχρέωσή του προς λογοδοσία και ως εκ τούτου ο μη διαχειριστής εταίρος μπορεί να εγείρει είτε την αγωγή περί λογοδοσίας, είτε την αγωγή από τη σύμβαση της εταιρίας….»

12088299_175986749404661_7310518598041668712_n

Leave a Reply